Θεσμοφόρια: Η ιερή γιορτή της Δήμητρας και της γυναικείας γονιμότητας
Τα
Θεσμοφόρια ήταν μια από τις πιο σημαντικές και διαδεδομένες γιορτές
στην Αρχαία Ελλάδα, αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα και την κόρη της,
Περσεφόνη.
Η γιορτή τελούνταν κατά τον αττικό μήνα
Πυανεψιώνα (που αντιστοιχεί στα μέσα Οκτωβρίου με μέσα Νοεμβρίου),
δηλαδή ακριβώς αυτή την εποχή του φθινοπώρου, η οποία συνέπιπτε με την
περίοδο της σποράς.
Στη γιορτή συμμετείχαν μόνο παντρεμένες γυναίκες (Αθηναίες πολίτες), ενώ οι άνδρες αποκλείονταν αυστηρά από τα τελετουργικά.
Στην Αθήνα διαρκούσε τρεις ημέρες, με κάθε ημέρα να έχει το δικό της όνομα και τελετουργικό.....
Τα Θεσμοφόρια, όπως και οι περισσότερες αρχαίες παγανιστικές γιορτές,
σταμάτησαν να τελούνται επίσημα κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ., με την πλήρη
επικράτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας.
Η οριστική απαγόρευσή τους ήρθε μέσα
από τα αυστηρά διατάγματα του ορθόδοξου αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α' (μεταξύ
391-392 μ.Χ.), ο οποίος έθεσε εκτός νόμου όλες τις αρχαίες λατρείες,
τις θυσίες και τα μυστήρια.
Ωστόσο, η βαθιά ανάγκη
των αγροτικών πληθυσμών να προστατεύσουν τη σπορά τους το φθινόπωρο δεν
μπορούσε να σβήσει με νόμους. Έτσι, η λατρεία της θεάς Δήμητρας
μεταμορφώθηκε και τη θέση της πήρε ο Άγιος Δημήτριος (που γιορτάζει στις
26 Οκτωβρίου).
Πώς και γιατί ο Άγιος Δημήτριος αντικατέστησε τη Δήμητρα;
Η
γλωσσική και ονομαστική συγγένεια: Η ίδια η ετυμολογία διευκόλυνε τη
μετάβαση. Το όνομα Δημήτριος σημαίνει κυριολεκτικά «αυτός που ανήκει στη
Δήμητρα» (Γη-Μήτηρ). Στη συνείδηση των απλών ανθρώπων, ο Άγιος έγινε ο
άμεσος κληρονόμος των ιδιοτήτων της θεάς.
Τα
Θεσμοφόρια γιορτάζονταν στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου (μήνας
Πυανεψιών), ακριβώς την περίοδο της φθινοπώρινης σποράς. Η γιορτή του
Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου συνέπιπτε απόλυτα με αυτό το κρίσιμο
αγροτικό ορόσημο.
Στην ελληνική ύπαιθρο, ο Άγιος Δημήτριος έχασε γρήγορα την αμιγώς στρατιωτική του ιδιότητα και έγινε μια καθαρά γεωργική φιγούρα
Η
Εκκλησία, ακολουθώντας την τακτική της ενσωμάτωσης προγενέστερων
εθίμων, επέτρεψε στους αγρότες να συνεχίσουν να πηγαίνουν τους πρώτους
καρπούς και τους σπόρους της νέας σοδειάς στην εκκλησία για να τους
ευλογήσει ο Άγιος, συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση χιλιάδων ετών με νέο
ένδυμα.
Η μετάβαση δεν έγινε καθόλου αναίμακτα, ούτε «χωρίς να ανοίξει μύτη». Η προηγούμενη αφήγηση μου εστίασε στο πώς επιβίωσε το έθιμο (η ανάγκη του αγρότη για τη σπορά), αλλά η ιστορική πραγματικότητα της επικράτησης του Χριστιανισμού περιλαμβάνει εκτεταμένη βία, διώξεις και ολοκληρωτική καταστροφή των αρχαίων υποδομών.
Η
ισοπέδωση της Ελευσίνας (396 μ.Χ.): Το μεγαλύτερο κέντρο λατρείας της
Δήμητρας, η Ελευσίνα, όπου τελούνταν τα Ελευσίνια Μυστήρια, καταστράφηκε
ολοσχερώς. Ο χριστιανός αυτοκράτορας Αρκάδιος επέτρεψε στους
Βησιγότθους του Αλάριχου —οι οποίοι συνοδεύονταν από φανατικούς
χριστιανούς μοναχούς— να μπουν στην Αττική. Αυτοί ισοπέδωσαν το
παλαιότατο ιερό της Δήμητρας και έσφαξαν τους τελευταίους Ιεροφάντες.
Η
καταστροφή των Θεσμοφορίων: Τα τοπικά Θεσμοφόρια (οι ναοί και οι
περιφραγμένοι ιεροί χώροι όπου μαζεύονταν αποκλειστικά οι γυναίκες)
καταστράφηκαν ή δημεύθηκαν. Οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν συχνά ως
οικοδομικό υλικό για το χτίσιμο χριστιανικών ναών.
Η
περίπτωση της Ελευσίνας και της «Παναγίας Μεσοσπορίτισσας»: Στην ίδια
την Ελευσίνα, πάνω στα ερείπια του ναού της Δήμητρας, χτίστηκε αργότερα
ναός της Παναγίας. Μέχρι και τον 19ο αιώνα, οι ντόπιοι αγρότες
αποκαλούσαν ένα αρχαίο άγαλμα της Δήμητρας που είχε απομείνει εκεί ως
«Αγία Δήμητρα» και το άλειφαν με λάδι για να πάει καλά η σοδειά,
δείχνοντας ότι η μνήμη επιβίωσε μέσα από την καταπίεση. Το άγαλμα αυτό
τελικά το έκλεψαν Άγγλοι περιηγητές (βρίσκεται στο Cambridge).
Η επικράτηση της νέας θρησκείας δεν βασίστηκε μόνο στο κήρυγμα, αλλά στην κρατική βία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας:
Διατάγματα
θανάτου: Τα διατάγματα του Θεοδοσίου Α' (391-392 μ.Χ.) προέβλεπαν ότι
όποιος έκανε θυσία ή επισκεπτόταν αρχαίο ναό έχανε την περιουσία του
και, σε πολλές περιπτώσεις, τη ζωή του.
Οι
«Μελανειμονούντες» (Μοναχοί): Ομάδες φανατικών μοναχών της εποχής (τους
οποίους ο εθνικός ρήτορας Λιβάνιος αποκαλούσε «άνθρωπους ντυμένους στα
μαύρα που τρώνε σαν ελέφαντες») περιτρέχαν την ύπαιθρο και κατέστρεφαν
με τσεκούρια και λοστούς όποιο αρχαίο ιερό έβρισκαν, ξυλοκοπώντας ή
διώκοντας τους χωρικούς που επέμεναν στα παλιά έθιμα.
Το
σοκ των γυναικών: Για τις γυναίκες, η κατάργηση των Θεσμοφορίων ήταν
ένα τεράστιο κοινωνικό και ψυχολογικό σοκ. Ήταν η μόνη γιορτή όπου είχαν
την απόλυτη ελευθερία, μακριά από την ανδρική εξουσία, να διοικούν, να
συζητούν και να ασκούν λατρεία. Αυτός ο αυτόνομος χώρος εξαλείφθηκε
βίαια.
Η Εκκλησία, βλέποντας ότι παρά την
τρομοκρατία, τους θανάτους και την καταστροφή των ναών, οι αγρότες
συνέχιζαν κρυφά να λατρεύουν τη γη και τη σοδειά (γιατί από αυτό
εξαρτιόταν η επιβίωσή τους), εφάρμοσε μια στρατηγική αφομοίωσης.
Αφού
δεν μπορούσε να εκριζώσει την ανάγκη για μια φθινοπωρινή γιορτή της
σποράς, «έντυσε» την αρχαία ανάγκη με το όνομα του Αγίου Δημητρίου. Ο
Άγιος Δημήτριος δεν επιλέχθηκε επειδή οι αγρότες άλλαξαν γνώμη ειρηνικά,
αλλά επειδή ήταν το μόνο καταφύγιο που τους επιτράπηκε για να
συνεχίσουν να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα: να προσεύχονται για το ψωμί
τους την ίδια εποχή του χρόνου.
Η σύγκρουση αυτή μεταξύ του παλιού και του νέου κόσμου ήταν μια από τις πιο δραματικές περιόδους της ιστορίας μας.
Οι
τελευταίοι Εθνικοί (οι οπαδοί της αρχαίας θρησκείας) δεν παραδόθηκαν
αμαχητί. Η αντίδρασή τους απέναντι στη χριστιανική βία και τα
αυτοκρατορικά διατάγματα είχε πολλές μορφές: από τη φιλοσοφική θλίψη και
την κρυφή λατρεία, μέχρι την ένοπλη αντίσταση και τις πολιτικές
επαναστάσεις.
Οι Εθνικοί προσπάθησαν να ανακτήσουν
την εξουσία με τα όπλα, στηρίζοντας σφετεριστές του θρόνου που
υποσχέθηκαν να επαναφέρουν την αρχαία λατρεία:
Η
εξέγερση του Ευγένιου (392–394 μ.Χ.): Ο ρήτορας Ευγένιος, με τη στήριξη
του Φράγκου στρατηγού Αρβογάστη και των Εθνικών της Ρώμης, επαναστάτησε
εναντίον του Θεοδοσίου Α΄. Σήκωσαν ξανά τα αγάλματα του Ηρακλή και του
Δία στις σημαίες τους. Η ήττα τους στη μάχη του Φριγίδου ποταμού
σφράγισε τη μοίρα του εθνισμού στη Δύση.
Η εξέγερση
του Ιλλού και του Παμπρέπιου (484–488 μ.Χ.): Στην Ανατολή, ο Εθνικός
φιλόσοφος και ποιητής Παμπρέπιος υποκίνησε εξέγερση κατά του αυτοκράτορα
Ζήνωνα, υποσχόμενος την αποκατάσταση των αρχαίων ιερών, αλλά η
προσπάθεια πνίγηκε στο αίμα.
Όταν οι ποινές έγιναν αυστηρότερες (δημεύσεις περιουσιών, βασανιστήρια, θάνατος), η λατρεία πέρασε στην παρανομία:
Λατρεία
στα κρυφά: Οι Εθνικοί μετέφεραν τα αγάλματα των θεών στα υπόγεια των
σπιτιών τους, σε απομακρυσμένα σπήλαια ή σε βαθιά δάση. Γιόρταζαν τα
μυστήρια τη νύχτα με σβηστά φώτα για να μην τους αντιληφθούν οι αρχές ή
οι χριστιανοί γείτονες που λειτουργούσαν ως καταδότες.
Θρησκευτικός
συγκρητισμός: Πολλοί συνέχισαν να πηγαίνουν στα ερείπια των ναών,
προσφέροντας κρυφά σπονδές και λιβάνι. Όπως αναφέρθηκε με το άγαλμα της
Δήμητρας στην Ελευσίνα, «βάφτιζαν» τα αρχαία αγάλματα με ονόματα αγίων
για να μπορούν να τα λατρεύουν χωρίς να διώκονται.
Οι διανοούμενοι της εποχής (φιλόσοφοι, ρήτορες, ιστορικοί) χρησιμοποίησαν την πένα τους για να καταγγείλουν τη βαρβαρότητα:
Λιβάνιος
(Ο λόγος «Υπέρ των Ιερών»): Ο σπουδαίος Εθνικός ρήτορας έστειλε μια
δραματική επιστολή στον αυτοκράτορα Θεοδοσιο, ικετεύοντάς τον να
σταματήσει την καταστροφή των ναών από τους μοναχούς. Υποστήριξε ότι οι
ναοί είναι η ψυχή της υπαίθρου και η καταστροφή τους καταστρέφει την
ίδια την οικονομία και την ομορφιά της αυτοκρατορίας.
Ζώσιμος
(Ιστορικός): Στο έργο του «Νέα Ιστορία», απέδωσε την κατάρρευση και την
παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (όπως τις επιδρομές των βαρβάρων)
στο γεγονός ότι οι Ρωμαίοι εγκατέλειψαν τους πατροπαράδοτους θεούς τους
που τους προστάτευαν για αιώνες.
Σε πολλές επαρχίες, οι ντόπιοι πήραν τα όπλα για να προστατεύσουν τους ναούς τους:
Η
μάχη για το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας (391 μ.Χ.): Όταν ο πατριάρχης
Θεόφιλος αποφάσισε να καταστρέψει το μεγαλοπρεπές ιερό του Σέραπη, οι
Εθνικοί της πόλης, με επικεφαλής τον φιλόσοφο Όλυμπο, οχυρώθηκαν μέσα
στο ναό και πολέμησαν μέχρι θανάτου εναντίον του χριστιανικού όχλου και
του στρατού.
Η σφαγή των φιλοσόφων (Επί Βάλεντος, 4ος
αι.): Διώξεις και εκτελέσεις φιλοσόφων έγιναν με την κατηγορία της
«μαγείας» επειδή κατείχαν αρχαία βιβλία ή έκαναν αστρονομικές
παρατηρήσεις. Πολλά συγγράμματα κάηκαν δημόσια στις αγορές των πόλεων.
Η
δολοφονία της Υπατίας (415 μ.Χ.): Η άγρια δολοφονία της διάσημης
Εθνικής μαθηματικού και φιλοσόφου στην Αλεξάνδρεια από έναν όχλο
φανατικών χριστιανών (τους Παραβαλανείς) θεωρείται ιστορικά το συμβολικό
τέλος της αρχαίας διανόησης.
Το οριστικό τέλος ήρθε
το 529 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε οριστικά την
Ακαδημία Πλάτωνος στην Αθήνα, απαγορεύοντας στους Εθνικούς να διδάσκουν.
Οι τελευταίοι επτά φιλόσοφοι της σχολής αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην
Περσία, παίρνοντας μαζί τους τα βιβλία τους και κλείνοντας τον κύκλο
της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στο φως της ημέρας.
Τε.νόη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου