Η σύνδεση της οικονομικής κατάρρευσης με την προσωπική απόγνωση, τις χρεοκοπίες και τις αυτοκτονίες πολιτών κατά τη διάρκεια της κρίσης αποτελεί μια από τις πιο επώδυνες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η απώλεια της οικονομικής αξιοπρέπειας χιλιάδων ανθρώπων είναι μια σκληρή πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Τι αξία έχει η πολιτική δημοκρατία όταν αποτυγχάνει να εξασφαλίσει την οικονομική επιβίωση και την ασφάλεια των πολιτών της; Όταν ένα σύστημα οδηγεί σε μαζική ανεργία, λουκέτα σε επιχειρήσεις και κοινωνική εξαθλίωση, θεωρείται ότι απέτυχε στον βασικότερο σκοπό του: την ευημερία και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Η πρόσκαιρη οικονομική άνοδος των προηγούμενων δεκαετιών αποδείχθηκε ψευδής, καθώς βασίστηκε σε υπέρογκο δανεισμό, τον οποίο τελικά πλήρωσε η κοινωνία με τον πιο βίαιο τρόπο από το 2010 και μετά. Η οικονομική καταστροφή δεν οφείλεται στο ίδιο το πολίτευμα της δημοκρατίας, αλλά στην κακοδιαχείριση, τη διαφθορά και τις κακές αποφάσεις των εκλεγμένων κυβερνήσεων, τις οποίες οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να κρίνουν και να καταψηφίζουν. η οικονομική κατάρρευση της προηγούμενης δεκαετίας τραυμάτισε βαθιά την κοινωνική συνοχή και άφησε πίσω της ανθρώπινες τραγωδίες. Για πολλούς, αυτό το βαρύ τίμημα αποτελεί την απόδειξη της αποτυχίας του συστήματος της Μεταπολίτευσης, παρά τα πολιτικά δικαιώματα που θεσπίστηκαν το 1974.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Μεταπολίτευση έφερε έναν σύγχρονο ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και υποδομών, αλλά το οικονομικό μοντέλο που επέλεξε οδήγησε στην αποδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής, στην κρίση χρέους και, τελικά, σε μια καθημερινότητα όπου ο πολίτης νιώθει ότι πιέζεται οικονομικά και ποιοτικά.
Οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας (1974–2009): Επικρίνονται για τη θεμελίωση του οικονομικού μοντέλου που βασίστηκε στον δανεισμό, την κατανάλωση και τη διόγκωση του καταναλωτικού/κρατικού τομέα, εις βάρος της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών. Σε αυτή την περίοδο διογκώθηκε το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα, οδηγώντας τελικά τη χώρα στα μνημόνια το 2010.
Οι κυβερνήσεις της περιόδου της κρίσης (2010–2014): Αντιμετώπισαν την οικονομική κατάρρευση εφαρμόζοντας προγράμματα σκληρής λιτότητας (Μνημόνια 1 και 2). Επικρίνονται για την ύφεση που προκάλεσαν αυτά τα μέτρα και για τη μη έγκαιρη αντιμετώπιση των παθογενειών.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (2015–2019): Η κριτική προς τον ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώνεται κυρίως στο πρώτο εξάμηνο του 2015 και τη διαπραγμάτευση που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο, με τους επικριτές να υποστηρίζουν ότι η περίοδος αυτή επιβάρυνε την οικονομία με επιπλέον κόστος, capital controls και απώλεια κεφαλαίων για τις τράπεζες. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές του σημειώνουν ότι η κυβέρνηση παρέλαβε μια ήδη χρεοκοπημένη χώρα, ολοκλήρωσε το πρόγραμμα προσαρμογής, ρύθμισε το χρέος και άφησε ένα οικονομικό «μαξιλάρι» ασφαλείας.
Συνεπώς, το οικονομικό αποτέλεσμα θεωρείται το προϊόν μιας διαδοχικής πορείας δεκαετιών, όπου κάθε περίοδος συνέβαλε με διαφορετικό τρόπο στο τελικό αποτέλεσμα.
Η ευθύνη των κυβερνήσεων: Οι αποφάσεις για τη διόγκωση του δημοσίου τομέα, τη συντήρηση ενός μη παραγωγικού οικονομικού μοντέλου, τη φοροδιαφυγή και τον συνεχή δανεισμό για την κάλυψη ελλειμμάτων ήταν εγχώριες πολιτικές επιλογές.
Ο ρόλος των αγορών: Οι ξένες αγορές και οι τράπεζες απλώς δάνειζαν την Ελλάδα με πολύ χαμηλά επιτόκια (ειδικά μετά την είσοδο στο ευρώ), χωρίς να θέτουν όρους, καθώς θεωρούσαν τη χώρα ασφαλή επενδυτικό προορισμό. Συνεπώς, η δημιουργία του προβλήματος αποδίδεται σε εσωτερικές πολιτικές επιλογές και όχι σε εξωτερικές πιέσεις.
Όταν η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και απειλήθηκε με άτακτη χρεοκοπία, η κατάσταση άλλαξε ριζικά. Εδώ οι απόψεις διχάζονται για το περιθώριο κινήσεων που είχαν οι κυβερνήσεις:
Η άποψη του «Μονόδρομου» (Αναγκαστική συμμόρφωση): Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι κυβερνήσεις (Παπανδρέου, Σαμαρά-Βενιζέλου, Τσίπρα) δεν είχαν πραγματική εναλλακτική. Η χρηματοδότηση της χώρας εξαρτιόταν αποκλειστικά από την Τρόικα (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ). Αν μια κυβέρνηση δεν υπέγραφε τα προαπαιτούμενα μέτρα, η χώρα θα ξέμενε από ρευστότητα, οι τράπεζες θα κατέρρεαν και η Ελλάδα θα οδηγούνταν εκτός ευρώ. Με αυτή τη λογική, οι κυβερνήσεις έγιναν σε μεγάλο βαθμό «διαχειριστές» εξωτερικών εντολών για να αποφευχθεί η καταστροφή.
Η άποψη της «Συνυπευθυνότητας» (Πολιτική ευθύνη στην εφαρμογή): Αυτή η πλευρά υποστηρίζει ότι, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις, οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν λόγο στο πώς θα κατανέμονταν τα βάρη. Για παράδειγμα, επικρίνονται ότι επέλεξαν την υπερφορολόγηση και τις οριζόντιες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις αντί για τη ριζική πάταξη της φοροδιαφυγής, το κλείσιμο άχρηστων οργανισμών ή την προστασία των πιο αδύναμων. Επίσης, η κριτική αναφέρει ότι κάποιες κυβερνήσεις συμφωνούσαν ιδεολογικά με μέρος των μεταρρυθμίσεων (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις), χρησιμοποιώντας τους δανειστές ως «δικαιολογία» για να περάσουν μη δημοφιλή μέτρα.
Συμπερασματικά, η αποτυχία ξεκίνησε από λανθασμένες εγχώριες επιλογές δεκαετιών, οι οποίες τελικά εγκλώβισαν τη χώρα σε ένα καθεστώς αναγκαστικής υποταγής στους όρους των δανειστών όταν ξέσπασε η κρίση.
Τενόη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου