Η απώλεια της παραγωγικής βάσης της Ελλάδας (της μεταποίησης, της κλωστοϋφαντουργίας, της βαριάς βιομηχανίας και μέρους της γεωργίας) είναι μία από τις πιο σοβαρές παθογένειες της Μεταπολίτευσης. Η διαδικασία αυτή, που συχνά ονομάζεται αποβιομηχάνιση, δεν έγινε ξαφνικά, αλλά ήταν το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, οικονομικών αλλαγών και διεθνών εξελίξεων κυρίως κατά τις δεκαετίες του '80 και του '90.
Στα τέλη της δεκαετίας του '70 και κυρίως τη δεκαετία του '80, πολλές μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες (π.χ. στην κλωστοϋφαντουργία, τα ναυπηγεία, τα λιπάσματα) άρχισαν να αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα λόγω της παγκόσμιας πετρελαϊκής κρίσης και της έλλειψης εκσυγχρονισμού.
Αντί το κράτος να αφήσει τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν ή να κλείσουν ορθολογικά, τις κρατικοποίησε μέσω του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) για να διασώσει τις θέσεις εργασίας.
Οι βιομηχανίες αυτές φορτώθηκαν με κομματικές προσλήψεις, έγιναν ελλειμματικές, έχασαν την ανταγωνιστικότητά τους και τελικά έκλεισαν μερικά χρόνια μετά, αφήνοντας τεράστια χρέη στο δημόσιο.
Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1981 είχε τεράστια πολιτικά οφέλη, αλλά βρήκε την ελληνική παραγωγή απροετοίμαστη.
Μέχρι τότε, το ελληνικό κράτος προστάτευε τα εγχώρια προϊόντα βάζοντας υψηλούς δασμούς (φόρους) στα εισαγόμενα. Με την ένταξη στην ΕΟΚ, οι δασμοί καταργήθηκαν.
Τα ελληνικά εργοστάσια, που ήταν μικρά και χωρίς σύγχρονη τεχνολογία, βρέθηκαν ξαφνικά να ανταγωνίζονται βιομηχανικούς γίγχαντες της Γερμανίας, της Γαλλίας ή της Ιταλίας. Τα ξένα προϊόντα ήταν συχνά φθηνότερα και καλύτερης ποιότητας, με αποτέλεσμα οι Έλληνες καταναλωτές να τα προτιμήσουν.
Τη δεκαετία του '90, το άνοιγμα των συνόρων και η άνοδος της Κίνας και των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης άλλαξαν τον παγκόσμιο χάρτη.
Το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα αυξήθηκε (λόγω των απαραίτητων αυξήσεων στους μισθούς και των ασφαλιστικών εισφορών).
Εκατοντάδες ελληνικές βιοτεχνίες και βιομηχανίες (ειδικά στον τομέα του ενδύματος και του υποδήματος, που ανθούσαν στη Μακεδονία και τη Θράκη) μετέφεραν τα εργοστάσιά τους σε γειτονικές χώρες όπως η Βουλγαρία, η Βόρεια Μακεδονία και η Αλβανία, όπου τα μεροκάματα ήταν υποπολλαπλάσια.
Τα δισεκατομμύρια των ευρωπαϊκών πακέτων (Πακέτα Ντελόρ, ΚΠΣ, ΕΣΠΑ) και οι αγροτικές επιδοτήσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν για να χτιστεί μια νέα, σύγχρονη παραγωγική βάση.
Μεγάλο μέρος των χρημάτων διοχετεύθηκε στην κατανάλωση, στις υπηρεσίες και σε έργα που δεν παρήγαγαν πλούτο.
Στην αγροτική παραγωγή, οι επιδοτήσεις συχνά δίνονταν με βάση την ιστορικότητα και όχι την πραγματική παραγωγή ή την καινοτομία. Αυτό οδήγησε πολλούς παραγωγούς στο να επαναπαυθούν στις επιδοτήσεις, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να εισάγει σήμερα ακόμη και βασικά αγροτικά προϊόντα (π.χ. κρέας, γάλα, όσπρια) που κάποτε παρήγαγε σε επάρκεια.
Το ελληνικό κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις συνειδητά στράφηκαν στο λεγόμενο «εύκολο κέρδος» των υπηρεσιών: τον τουρισμό, την εστίαση και το εμπόριο. Το real estate και οι κατασκευές έγιναν οι βασικοί κινητήρες της οικονομίας, μέχρι που η φούσκα έσκασε το 2010.
Η αποβιομηχάνιση άφησε την Ελλάδα ευάλωτη. Όταν μια χώρα δεν παράγει δικά της προϊόντα για να εξάγει, αναγκάζεται να εισάγει τα πάντα. Για να πληρώσει αυτές τις εισαγωγές, βασίζεται στον τουρισμό και, όταν αυτός δεν φτάνει, στον δανεισμό. Έτσι φτάσαμε στο σημείο που περιγράψατε: μια αγορά γεμάτη με φθηνά εισαγόμενα προϊόντα και μια οικονομία που στηρίζεται σε θέσεις εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης και αμοιβής στον τομέα των υπηρεσιών.
Τε.νόη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου