Η ΤΕΝΟΗ ΣΧΟΛΊΑΖΕΙ : Το συγκεντρωτικό του σύστημα, ωστόσο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους προκρίτους και τους καραβοκύρηδες, γεγονός που οδήγησε τελικά στη δολοφονία του το 1831. Η σύγκρουση του Ιωάννη Καποδίστρια με την αντιπολίτευση οφειλόταν κυρίως στην προσπάθειά του να αντικαταστήσει το παραδοσιακό, οθωμανικό σύστημα εξουσίας με ένα συγκεντρωτικό, ευρωπαϊκό κράτος. Ο Καποδίστριας ανέστειλε το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Κατήργησε τη Βουλή και διοικούσε μέσω του «Πανελληνίου», ενός συμβουλευτικού σώματος που έλεγχε ο ίδιος. Οι κοτζαμπάσηδες (πρόκριτοι) έχασαν τα τοπικά διοικητικά και φορολογικά τους προνόμια, καθώς ο Κυβερνήτης διόρισε δικούς του διοικητές στην επαρχία. Οι Υδραίοι καραβοκύρηδες (κυρίως η οικογένεια Κουντουριώτη) ζητούσαν υπέρογκες αποζημιώσεις για τις απώλειες των πλοίων τους στον Αγώνα, τις οποίες το άδειο δημόσιο ταμείο δεν μπορούσε να πληρώσει. Οι Μανιάτες (οικογένεια Μαυρομιχάλη) αρνήθηκαν να αποδώσουν τους τοπικούς φόρους στην κεντρική κυβέρνηση, θεωρώντας την παρέμβαση του κράτους προσβολή στην αυτονομία τους. Οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, με επικεφαλής τον Αδαμάντιο Κοραή, κατηγορούσαν τον Καποδίστρια για «φωτισμένη δεσποτεία» και ζητούσαν άμεσα Σύνταγμα και ελευθερία του τύπου.
Η Αγγλία και η Γαλλία υποκίνησαν την αντιπολίτευση, καθώς θεωρούσαν τον Καποδίστρια όργανο των ρωσικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κορύφωση αυτής της έντασης οδήγησε σε ανταρσίες (όπως το κάψιμο του ελληνικού στόλου στον Πόρο από τον Μιαούλη) και τελικά στη δολοφονία του Κυβερνήτη στο Ναύπλιο το 1831. Διότι για τη μεγάλη πλειονότητα των προκρίτων, των οπλαρχηγών και των καραβοκύρηδων, η Επανάσταση δεν έγινε για να εφαρμοστεί ένα δυτικό, συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης, αλλά για να αντικαταστήσουν οι ίδιοι την οθωμανική εξουσία. Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου και οι πρόκριτοι των νησιών είχαν συνηθίσει επί Τουρκοκρατίας να διοικούν τις περιοχές τους σχεδόν αυτόνομα, να εισπράττουν φόρους και να έχουν τον πρώτο λόγο. Για πολλούς τοπικούς άρχοντες, ελευθερία σήμαινε να μην δίνουν λογαριασμό σε καμία κεντρική εξουσία —ούτε στον Σουλτάνο, αλλά ούτε και σε έναν Έλληνα Κυβερνήτη. Αν και η αντιπολίτευση (ειδικά οι εφημερίδες της Ύδρας) χρησιμοποιούσε τη φιλελεύθερη ρητορική της Γαλλικής Επανάστασης περί «Συντάγματος» και «ελευθερίας», στην πράξη το έκανε για να αποδυναμώσει τον Καποδίστρια. Ήθελαν Σύνταγμα όχι για να προστατεύσουν τον πολίτη, αλλά για να εξασφαλίσουν τη δική τους συμμετοχή στην εξουσία. Μόνο μια μικρή ομάδα μορφωμένων ανθρώπων (όπως ο Κοραής ή ο Πολυζωίδης) πίστευε ειλικρινά σε μια Ελλάδα γαλλικού τύπου. Όμως, οι ισχυροί της εποχής (Μαυρομιχάληδες, Κουντουριώτηδες) τους χρησιμοποίησαν απλώς ως ιδεολογικό προπέτασμα καπνού. Ο Καποδίστριας, βλέποντας αυτό το σκηνικό, πίστευε ότι ο λαός ήταν ακόμα απροετοίμαστος και ότι αν έδινε αμέσως εξουσία και Σύνταγμα, το κράτος θα διαλυόταν και θα έπεφτε στα χέρια των τοπικών ολιγαρχών. Αυτή η ιστορική τραγωδία έδειξε πόσο βαθιά ριζωμένες ήταν οι νοοτροπίες αιώνων. Αν και ένα σημαντικό μέρος του ανώτερου κλήρου πράγματι συμμάχησε με την αντιπολίτευση, η Ορθοδοξία ως σύνολο δεν είχε ενιαία στάση απέναντι στον Καποδίστρια.
Μετά την Επανάσταση, η επικοινωνία της ελεύθερης Ελλάδας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είχε διακοπεί (καθώς το Πατριαρχείο βρισκόταν υπό οθωμανικό έλεγχο). Ο Καποδίστριας ήθελε να ρυθμίσει τις σχέσεις αυτές προσεκτικά. Πολλοί ιεράρχες όμως, βλέποντας το κράτος να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Εκκλησίας, ένιωσαν ότι απειλείται η αυτονομία τους. Ο Καποδίστριας προσπάθησε να φορολογήσει ή να αξιοποιήσει την περιουσία των πλούσιων μοναστηριών για να χρηματοδοτήσει τα πρώτα δημόσια σχολεία και ορφανοτροφεία. Αυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση πολλών ηγουμένων και επισκόπων, οι οποίοι είδαν την κεντρική εξουσία να τους αφαιρεί πόρους. Οι Μητροπολίτες (ιδίως στην Πελοπόννησο) αποτελούσαν ανέκαθεν μέρος της τοπικής άρχουσας τάξης μαζί με τους κοτζαμπάσηδες. Όταν οι πρόκριτοι έχασαν τα προνόμιά τους από τον Καποδίστρια, οι φίλα προσκείμενοι σε αυτούς ιεράρχες (όπως ο Ανδρούσης Ιωσήφ) συντάχθηκαν με την αντιπολίτευση. Συνεπώς, η «συμμαχία» μέρους της Εκκλησίας με την αντιπολίτευση δεν έγινε για δογματικούς ή πνευματικούς λόγους, αλλά κυρίως για λόγους εξουσίας, διατήρησης προνομίων και ελέγχου της μοναστηριακής περιουσίας. Η ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1833 ήταν η άμεση και βίαιη εξέλιξη των όσων συζητήσαμε. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, η Αντιβασιλεία του ανήλικου Όθωνα (με πρωτεργάτη τον νομικό Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ) αποφάσισε να κόψει οριστικά κάθε δεσμό της ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το σκεπτικό των Βαυαρών ήταν καθαρά πολιτικό: θεωρούσαν αδιανόητο η Εκκλησία ενός ανεξάρτητου κράτους να εξαρτάται πνευματικά από έναν Πατριάρχη που ζούσε στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και βρισκόταν υπό την επιρροή του Σουλτάνου
Το 1833, χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η ελληνική Εκκλησία ανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» (διοικητικά ανεξάρτητη). Το Πατριαρχείο αντέδρασε έντονα και δεν αναγνώρισε αυτή την κίνηση, θεωρώντας την σχίσμα. Με διάταγμα της Αντιβασιλείας, κ έκλεισαν περίπου 400 μοναστήρια που είχαν λιγότερους από 6 μοναχούς. Η τεράστια περιουσία τους, καθώς και τα ιερά κειμήλια και οι βιβλιοθήκες τους, δημεύτηκαν από το κράτος. Η πολιτική και θρησκευτική αστάθεια της περιόδου εκείνης οδήγησε τελικά στην έξωση του Όθωνα το 1862, με την επιλογή του νέου βασιλιά, Γεωργίου Α', να φέρνει μια πολύ σημαντική αλλαγή στο θέμα της Ορθοδοξίας μέσα στο Σύνταγμα. Αν και ο ίδιος ο Γεώργιος Α' παρέμεινε Προτεστάντης, συμφωνήθηκε τα παιδιά του (και μελλοντικοί βασιλείς, όπως ο Κωνσταντίνος Α') να βαπτιστούν και να μεγαλώσουν ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Με αυτόν τον τρόπο, η Ορθοδοξία δέθηκε οριστικά και αμετάκλητα με τον ανώτατο πολιτειακό θεσμό της χώρας. Το Σύνταγμα του 1864 ικανοποίησε το θρησκευτικό αίσθημα του λαού, έσβησε τους παλιούς φόβους για «ξένη πνευματική εισβολή» και έφερε μια μακρά περίοδο πολιτικής ομαλότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η Ορθοδοξία δέθηκε οριστικά και αμετάκλητα με τον ανώτατο πολιτειακό θεσμό της χώρας. Το Σύνταγμα του 1864 ικανοποίησε το θρησκευτικό αίσθημα του λαού, έσβησε τους παλιούς φόβους για «ξένη πνευματική εισβολή» και έφερε μια μακρά περίοδο πολιτικής ομαλότητας.
Τενόη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου